Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2007

Το μέλι του Ηράκλειτου

Για δέστε τον:
είναι ένας σακιλεμένος γέρος,
ο μέγας ο Ηράκλειτος, ο σκοτεινός φιλόσοφος,
που ανεβαίνει κουρελής στον λόφο της Εφέσου·
και τα παιδιά –τα χαμίνια του μαχαλά–
τον παίρνουν στο κατόπι και τον προγκάρουνε.
Και κουβεντιάζει ολάκερη η Έφεσος,
«μωραίνει ο Κύριος ον βούλεται απολέσαι»
ψιθυρίζουν οι γεροντότεροι
που τον θυμούνται να περπατά στην αγορά αγέρωχος
κι όλοι να τραβιούνται στην άκρη για να περάσει.
Και οι καλές κυρίες σοκάρονται όταν τον βλέπουν –
αυτός, ένας αδελφός βασιλιά,
να κυλιέται με τα χαμίνια του μαχαλά…
Α, κρίμα· κρίμα στα πολλά που τάχα ήξερε
(άμα είναι έτσι οι σοφοί να τους βράσω),
κρίμα και στους μαθητές του που κάποτε τον λογαριάζανε
για μέγα και τρανό – κολοκύθια...
Έτσι ο τρελόγερος: όλοι το λένε πως τζάτζεψε –
μ' αυτός ούτε που νοιάζεται για τις κουβέντες
και για τον οίκτο των χαμερπών Εφέσιων,
κι όλο στους λόφους τριγυρνά,
κι όλο κοιτά στα δόντια τα χαμίνια που τον περιγελούν.
(Τι τα ψάχνεις – αυτά συμβαίνουν με τους πολύ σοφούς…)
Ώσπου, ένα απόγευμα της άνοιξης,
παίρνει στο χέρι δοχείο με μέλι της Βαβυλώνας
παμπάλαιο δώρο κάποιου Πέρση μαθητή του,
και ανεβαίνει για στερνή φορά στον λόφο.
Κι εκεί γυμνώνεται ο γέρος ο Ηράκλειτος,
κι αλείφει το κορμί του με το βαβυλώνιο το μέλι...
Και μονομιάς στα ρουθούνια η μυρωδιά χτυπά
τα νεαρά παιδιά με τ' άγρια τα κοφτερά τα δόντια.
Και τον ζυγώνουνε βουβοί
και του χυμούνε.
Και, βέβαια, χάνουνε τον κόσμο στη γεύση του μελιού –
πρώτη φορά γευόντουσαν μέλι στη ζωή τους.
Κι όπως ναρκώνει το στόμα τους η τόση γλύκα
διόλου δεν καταλαβαίνουν τη σάρκα και το αίμα·
μονάχα μια ανάγκη νιώθουνε –
τα δόντια να ακουμπήσουνε με δόντια.
Έτσι φαγώθηκε ο τρελός ο γέρος –
κι έπειτα είπανε πως σάπισε σε μια γούβα με λασπόνερα
και τ' άλλα τα γνωστά τα παραμύθια.

από το : http://www.triaridis.gr/ichbebe/book/

1 σχόλιο:

Νίκος είπε...

Υπέροχο!! Υπέροχο!! Και είναι ο σκοτείνός ο αγαπημένος μου.