Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2007

ποίημα

Η περιήγησή μου στον δαιδαλώδη ιστό του διαδικτύου απέφερε σήμερα ένα ωραίο ποίημα, που μια και σχετίζεται με το εντομάκι που μας ομορφαίνει τη ζωή το παραθέτω:

Θα ξάπλωνε, λέει, πάνω στα πέταλα των λουλουδιών
και μια νυχτιά θα έφευγε μακριά σαν και την γύρη
απάνω στα φτερά καμιάς μαυροκίτρινης εργάτριας θεάς
από κείνες που βουίζουν τη ζωή τόσο πολύ,
λες και δεν έχει άλλη.
Γιατί έχει;
Πες μου εσύ που κάνεις πως τα ξέρεις όλα.
Τα ξέρεις;
Θα έπεφτε πάνω σε ένα άλλο φυτό ανύποπτο και στωικό
και τσουπ! θα έφτιαχνε ένα άνθος τέτοιο ξέχωρο
που δεν θα είχε ματαδεί η πλάσις όλη.
Κι αποκοιμήθηκε, λοιπόν, σε ενός χρυσάνθεμου την αγκαλιά.
Κούρνιασε εκεί για τα καλά. Ξεχάστηκε αποβραδίς.
Ήρθε ο ήλιος την υπνώτισε μετά, δεν μπόρεσε να σηκωθεί και να πιαστεί λαθραία από το πόδι μέλισσας για να ριχτεί στο ξένο μέρος, την ξέρανε σιγά-σιγά το φως
της πήρε όλους τους χυμούς
κι ένα πρωί μετά από καιρό, έτσι σταφιδιασμένη και λειψή
την πήραν μέλισσες πιστές
και την απόθεσαν, που λες,
στου ήλιου τα ριζά που είχε τρόπο τέτοιο να κοιτά και να την λιώνει.
Κι έγινε αυτή η σταλαγματιά ατμός καλός του ουρανού και μαζί μ' άλλα δάκρυα σαν κι αυτή, κάθε φορά που έβρεχε μετά,
σαν Άρτεμη του ουρανού άπλωνε τη φαρέτρα της παντού
κι έχτιζε τόξα του ουρανού
πιο όμορφα κι απ' άνθη.

http://stavroulascalidi.blogspot.com/

1 σχόλιο:

Τζων Μπόης είπε...

Μπράβο Γιώργο!
Πολύ καλά έκανες με το link.
Αυτή η κοπέλα (αν και δεν την γνωρίζω) και το ποίημά της είναι θησαυρός